You are here

Γλωσσάριο

Α | Β | Γ | Δ | Ε | Η | Ι | Κ | Μ | Ν | Ο | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Ψ
  • δεξιότητα

    Ορισμός: 

    Η ικανότητα να εκτελείς ένα έργο και να επιλύεις προβλήματα.

    Πηγή: 
    Cedefop; Ευρωπαική Επιτροπή, 2006α.
  • δεξιότητες στις τεχνολογίες της πληροφορίας και επικοινωνίας (ΤΠΕ)

    Ορισμός: 

    Δεξιότητες που απαιτούνται για την αποτελεσματική χρήση των τεχνολογιών της πληροφορίας και επικοινωνίας (ΤΠΕ).

    Σχόλιο: 

    σε μια έκθεση για της δεξιότητες ΤΠΕ και την απασχόληση, ο ΟΟΣΑ προτείνει τις εξής κατηγορίες:

    • επαγγελματικές δεξιότητες ΤΠΕ: ικανότητα χρήσης προηγμένων εργαλείων ΤΠΕ ή/και ανάπτυξης, επιδιόρθωσης και δημιουργίας τέτοιων εργαλείων
    • εφαρμοσμένες δεξιότητες ΤΠΕ: ικανότητα χρήσης απλών εργαλείων ΤΠΕ σε μη εξειδικευμένο περιβάλλον εργασίας (θέσεις εργασίας εκτός του τομέα της πληροφορικής)
    • βασικές δεξιότητες ΤΠΕ ή "ηλεκτρονικός αλφαβητισμός": ικανότητα χρήσης των ΤΠΕ για την εκπλήρωση βασικών καθηκόντων, καθώς και ως εργαλείων μάθησης.
    Πηγή: 
    Cedefop, 2004; Lopez-Bassols.
  • δεξιότητες-κλειδιά / ικανότητες-κλειδιά

    Ορισμός: 

    Το σύνολο των δεξιοτήτων (βασικών και νέων βασικών δεξιοτήτων) που χρειάζονται για να ζήσει κανείς στη σύγχρονη κοινωνία της γνώσης.

    Σχόλιο: 

    Στην Πρόταση της σχετικά με τις κύριες ικανότητες για τη διά βίου μάθηση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει οχτώ ικανότητες-κλειδιά:

    • επικοινωνία στη μητρική γλώσσα,
    • επικοινωνία σε ξένες γλώσσες,
    • ικανότητες στα μαθηματικά, στην επιστήμη και στην τεχνολογία,
    • ικανότητα στην ψηφιακή τεχνολογία,
    • εκμάθηση για μάθηση,
    • διαπροσωπικές, διαπολιτισμικές και κοινωνικές ικανότητες και ικανότητες σχετιζόμενες με την ιδιότητα του πολίτη, επιχειρηματικότητα,
    • πολιτιστική έκφραση.
    Πηγή: 
    Cedefop, 2004; Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2006.
  • διά βίου μάθηση

    Ορισμός: 

    Οι μαθησιακές δραστηριότητες που αναλαμβάνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, με σκοπό τη βελτίωση των γνώσεων, της τεχνογνωσίας, των δεξιοτήτων, ικανοτήτων ή/και των επαγγελματικών προσόντων, για προσωπικούς, κοινωνικούς ή/και επαγγελματικούς λόγους.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Cedefop, 2004.
  • διαδρομή εκπαίδευσης ή κατάρτισης

    Ορισμός: 

    Ένα σύνολο συσχετισμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης ή κατάρτισης που παρέχονται από τα σχολεία, τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή τους φορείς επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ), και που διευκολύνουν την ατομική πρόοδο μέσα ή ανάμεσα στους τομείς δραστηριότητας.

    Πηγή: 
    Cedefop, 2008.
  • διαπίστευση προγράμματος εκπαίδευσης ή κατάρτισης

    Ορισμός: 

    Μια διαδικασία πιστοποίησης της ποιότητας με την οποία το επίπεδο διαπίστευσης χορηγείται σε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ή κατάρτισης, πιστοποιώντας ότι είναι εγκεκριμένο από τις αρμόδιες νομοθετικές και επαγγελματικές αρχές εφόσον πληρεί προκαθορισμένες προδιαγραφές.

    Πηγή: 
    προσαρμογή από το Canadian Information Centre for International Credentials, www.cicic.ca/pubs/guide/guidefr_en.php
  • διαπίστευση φορέα εκπαίδευσης ή κατάρτισης

    Ορισμός: 

    Μια διαδικασία πιστοποίησης της ποιότητας με την οποία το επίπεδο διαπίστευσης χορηγείται σε έναν πάροχο εκπαίδευσης ή κατάρτισης, πιστοποιώντας ότι είναι εγκεκριμένος από τις αρμόδιες νομοθετικές και επαγγελματικές αρχές εφόσον πληρεί προκαθορισμένες προδιαγραφές.

    Πηγή: 
    προσαρμογή από το Canadian Information Centre for International Credentials.
  • διαφάνεια επαγγελματικών προσόντων

    Ορισμός: 

    Ο βαθμός της αναγνωρισιμότητας του περιεχομένου και της αξίας των επαγγελματικών προσόντων στην αγορά εργασίας (σε τομεακό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο), στα εκπαιδευτικά συστήματα και στα συστήματα κατάρτισης.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Cedefop, 2004.
  • δυνατότητα µεταφοράς μαθησιακών αποτελεσμάτων

    Ορισμός: 

    Ο βαθμός στον οποίο η γνώση, οι δεξιότητες και οι ικανότητες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ένα νέο επαγγελματικό ή εκπαιδευτικό περιβάλλον, ή/και να επικυρωθούν και να πιστοποιηθούν.

    Πηγή: 
    Σύμφωνα με Cedefop, 2004.