You are here

Γλωσσάριο

Α | Β | Γ | Δ | Ε | Η | Ι | Κ | Μ | Ν | Ο | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Ψ
  • εγκατάλειψη σπουδών / μαθητική διαρροή / σχολική διαρροή

    Ορισμός: 

    Withdrawal from an education or training programme before its completion.

    Σχόλιο: 
    • ο όρος "dropouts" στα αγγλικά αναφέρεται τόσο στη διαδικασία (εγκατάλειψη σπουδών) όσο και στα άτομα που εγκαταλείπουν τις σπουδές τους, και τα οποία αδυνατούν να ολοκληρώσουν ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα
    • (β) πέραν των ατόμων που εγκαταλείπουν τις σπουδές τους, ο όρος μπορεί να αναφέρεται σε εκπαιδευόμενους που ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα εκπαίδευσης ή κατάρτισης αλλά απέτυχαν στις εξετάσεις.
    Πηγή: 
    σύμφωνα με Ohlsson, 1994.
  • ειδική αγωγή και εκπαίδευση

    Ορισμός: 

    Η εκπαιδευτική δραστηριότητα και υποστήριξη που είναι σχεδιασμένη για να καλύψει τις ειδικές ανάγκες των παιδιών με αναπηρία ή των παιδιών που αποτυγχάνουν στο σχολείο για λόγους που εμποδίζουν τη δυνατότητα εξέλιξής τους.

    Σχόλιο: 

    ο όρος “ ειδική αγωγή και εκπαίδευση ” προτιμάται τώρα έναντι του παλιότερου όρου “ειδική αγωγή”. Ο παλαιότερος όρος αναφερόταν κατά κύριο λόγο στην εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρίες, η οποία πραγματοποιούνταν σε ειδικά σχολεία ή ιδρύματα εκτός του συμβατικού σχολικού και πανεπιστημιακού συστήματος. Σε πολλές χώρες σήμερα, μεγάλο ποσοστό των παιδιών με αναπηρίες εκπαιδεύνται σε ιδρύματα του συμβατικού συστήματος.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Unesco, 1997.
  • εκπαίδευση ενηλίκων

    Ορισμός: 

    Γενική ή επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχεται σε ενήλικες μετά από την αρχική εκπαίδευση και κατάρτιση, για επαγγελματικούς ή/και προσωπικούς σκοπούς, η οποία έχει ως στόχο να:

    • προσφέρει γενική εκπαίδευση για ενήλικες σε θέματα του προσωπικού τους ενδιαφέροντος (π.χ. σε ανοιχτά πανεπιστήμια)
    • προσφέρει αντισταθμιστική μάθηση για την απόκτηση βασικών δεξιοτήτων που ενδέχεται να μην αποκτήθηκαν νωρίτερα κατά τη αρχική τους εκπαίδευση (ικανότητα ανάγνωσης και γραφής, γνώση αριθμητικής) και έτσι να,
    • δώσει πρόσβαση σε επαγγελματικά προσόντα τα οποία για διάφορους λόγους, δεν αποκτήθηκαν κατά την αρχική εκπαίδευση και το σύστημα κατάρτισης),
    • αποκτήσει, βελτιώσει ή να αναβαθμίσει δεξιότητες ή/και ικανότητες σε έναν συγκεκριμένο πεδίο: στην περίπτωση αυτή πρόκειται για συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση.
    Σχόλιο: 

    η εκπαίδευση ενηλίκων είναι παρόμοια αλλά όχι συνώνυμη με τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση

    Πηγή: 
    προσαρμογή από το European Training Foundation, 1997; Cedefop, 2004
  • εκπαιδευτής

    Ορισμός: 

    Άτομο το οποίο αναλαμβάνει μία ή περισσότερες δραστηριότητες σχετικές με τη λειτουργία (θεωρητική ή πρακτική) της κατάρτισης, είτε σε οργανισμούς εκπαίδευσης ή κατάρτισης είτε στο χώρο εργασίας.

    Σχόλιο: 
    • οι εκπαιδευτές διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
      • Οι επαγγελματίες εκπαιδευτές είναι ειδικευμένοι εκπαιδευτές που η δουλειά τους μπορεί να ταυτίζεται με αυτήν των εκπαιδευτικών σε οργανισμούς επαγγελματικής κατάρτισης
      • οι μερικής απασχόλησης ή περιστασιακοί εκπαιδευτές είναι επαγγελματίες σε διάφορους τομείς, οι οποίοι ασκούν, στο πλαίσιο των τυπικών τους καθηκόντων, δραστηριότητες κατάρτισης υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, είτε στους χώρους μιας επιχείρησης (ως καθοδηγητές και επόπτες των νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων και των μαθητευόμενων ή ως εκπαιδευτές) είτε εκτός της επιχείρησης (παρέχοντας περιστασιακά τις υπηρεσίες τους σε οργανισμούς κατάρτισης)
    • οι εκπαιδευτές καλούνται να διεκπεραιώνουν διάφορα καθήκοντα:
      • να σχεδιάζουν δραστηριότητες κατάρτισης
      • να οργανώνουν και να εφαρμόζουν αυτές τις δραστηριότητες
      • να παρέχουν κατάρτιση, δηλαδή να μεταδίδουν γνώσεις, τεχνογνωσία και δεξιότητες
      • να βοηθήσουν τους μαθητευόμενους στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους δίνοντάς τους συμβουλές, οδηγίες και παρατηρήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της μαθητείας
    Πηγή: 
    Cedefop, 2004; AFPA, 1992.
  • εκπαιδευτική εποπτεία

    Ορισμός: 

    Δραστηριότητα προσανατολισμού, συμβουλευτικής ή εποπτείας του εκπαιδευόμενου από έμπειρο και ικανό επαγγελματία. Ο επόπτης στηρίζει τον εκπαιδευόμενο στη μάθηση (στο σχολείο, στο κέντρο κατάρτισης ή στην εργασία).

    Σχόλιο: 

    η εκπαιδευτική εποπτεία καλύπτει διάφορες δραστηριότητες:

    • θέματα ακαδημαϊκών καθηκόντων (βελτίωση των ακαδημαϊκών επιδόσεων)
    • θέματα επαγγελματικής σταδιοδρομίας (διευκόλυνση της μετάβασης από το σχολείο στην εργασία)
    • θέματα προσωπικής ανάπτυξης (ενθάρρυνση των εκπαιδευόμενων να προβαίνουν σε συνετές επιλογές).
    Πηγή: 
    Cedefop, 2004.
  • εκπαιδευτικός

    Ορισμός: 

    Άτομο που ο ρόλος του είναι να μεταδίδει γνώσεις, τεχνογνωσία ή δεξιότητες σε μαθητευόμενους σε ένα οργανισμό εκπαίδευσης ή κατάρτισης

    Σχόλιο: 

    Ο εκπαιδευτικός μπορεί να ασκεί διάφορα καθήκοντα όπως η οργάνωση και η διεξαγωγή προγραμμάτων / μαθημάτων κατάρτισης και η μεταβίβαση γνώσης - γενικού ή ειδικού, θεωρητικού ή πρακτικού περιεχομένου. Ο εκπαιδευτικοί των επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων αποκαλούνταιμ‘εκπαιδευτές’.

    Πηγή: 
    Cedefop, 2004; AFPA 1992.
  • εναλλασσόμενη κατάρτιση

    Ορισμός: 

    Περίοδοι εκπαίδευσης ή κατάρτισης που εναλλάσσονται μεταξύ ενός εκπαιδευτικού ινστιτούτου ή κέντρου κατάρτισης και ενός χώρου εργασίας. Η εναλλαγή μπορεί να γίνεται σε εβδομαδιαία, μηνιαία ή ετήσια βάση. Ανάλογα με τη χώρα και το εφαρμόσιμο καθεστώς, οι συμμετέχοντες μπορεί να συνάπτουν σύμβαση εργασίας με τον εργοδότη ή/και να αμείβονται.

    Σχόλιο: 

    the German ‘dual system’ is an example of alternance training.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Cedefop, 2004
  • εξ αποστάσεως εκπαίδευση και κατάρτιση

    Ορισμός: 

    Εκπαίδευση και κατάρτιση που παρέχεται από απόσταση με τη χρήση μέσων επικοινωνίας όπως: τα βιβλία, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, το τηλέφωνο, η αλληλογραφία, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ή το βίντεο.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με (ILO), 1979.
  • επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΕΚ)

    Ορισμός: 

    Εκπαίδευση και κατάρτιση που στοχεύει στον εφοδιασμό των ατόμων με γνώση, τεχνογνωσία, δεξιότητες ή/και ικανότητες που απαιτούνται σε συγκεκριμένα επαγγέλματα ή στην ευρύτερη εργασιακή αγορά.

    Πηγή: 
    προσαρμογή από το ETF, 1997
  • επαγγελματικό προσόν

    Ορισμός: 

    Ο όρος προσόν καλύπτει διάφορες πτυχές:

    • τυπικό προσόν: το τυπικό αποτέλεσμα (πτυχίο, δίπλωμα ή τίτλος) μιας αξιολογήσιμης και επικυρωμένης διαδικασίας το οποίο αποκτάται όταν ένας αρμόδιος φορέας αποφασίσει ότι κάποιος έχει αποκτήσει τα προδιαγραφόμενα μαθησιακά αποτελέσματα ή/και κατέχει την απαραίτητη ικανότητα να επιτελέσει μια εργασία σε μια συγκεκριμένη επαγγελματική θέση. Το προσόν παρέχει επίσημη αναγνώριση της αξίας των μαθησιακών αποτελεσμάτων στην αγορά εργασίας, στη εκπαίδευση και στη κατάρτιση. Το προσόν μπορεί να είναι και ένα νόμιμο δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος (OECD),
    • εργασιακές απαιτήσεις: η γνώση, οι ικανότητες και οι δεξιότητες που απαιτούνται για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων που απαιτούνται σε μια συγκεκριμένη θέση εργασίας.
    Πηγή: 
    σύμφωνα με Eurydice, 2006; European Training Foundation, 1997; OECD, 2007; ILO, 1998.
  • επανακατάρτιση

    Ορισμός: 

    Κατάρτιση στη οποία τα άτομα αποκτούν νεες δεξιότητες που τους δίνουν πρόσβαση είτε σε μια νέα απασχόληση είτε σε νέες επαγγελματικές δραστηριότητες.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Cedefop, 2004.
  • επικύρωση μαθησιακών αποτελεσμάτων

    Ορισμός: 

    Η επιβεβαίωση από έναν αρμόδιο φορέα ότι τα μαθησιακά αποτελέσματα (γνώση, δεξιότητες ή/και ικανότητες) που αποκτήθηκαν από ένα άτομο σε τυπικό, μη τυπικό ή άτυπο περιβάλλον, έχει αξιολογηθεί με βάση προκαθορισμένα κριτήρια και είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις ενός πρότυπου επικύρωσης. Η επικύρωση τυπικά οδηγεί σε πιστοποίηση.

    Πηγή: 
    Cedefop
  • ευρωπαϊκή διακυβέρνηση

    Ορισμός: 

    Οι κανόνες, οι διαδικασίες και οι συμπεριφορές που εφαρμόζονται για την άσκηση εξουσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο

    Σχόλιο: 
    • η διακυβέρνηση πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι δημόσιες πηγές και τα προβλήματα διαχειρίζονται αποτελεσματικά και ανταποκρίνονται στις κρίσιμες ανάγκες τις κοινωνίας,
    • η αποτελεσματική διακυβέρνηση βασίζεται στη δημόσια συμμετοχή, την υπευθυνότητα, τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή.

     

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Eurovoc Thesaurus, 2005.
  • Ευρωπαϊκό πλαίσιο επαγγελματικών προσόντων για τη διά βίου μάθηση (EQF)

    Ορισμός: 

    Ένα εργαλείο αναφοράς για την περιγραφή και σύγκριση των επιπέδων των επαγγελματικών προσόντων στα συστήματα αξιολόγησης σε εθνικό, διεθνές ή τομεακό επίπεδο.

    Σχόλιο: 
    • τα κύρια συστατικά του EQF είναι ένα σύνολο από οχτώ επίπεδα αναφοράς που περιγράφονται με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα (ένας συνδυασμός γνώσεων, δεξιοτήτων και/ή ικανοτήτων), τους μηχανισμούς και τις αρχές της εθελοντικής συνεργασίας
    • τα οχτώ επίπεδα καλύπτουν όλο το εύρος των επαγγελματικών προσόντων από αυτά που αναγνωρίζουν τη βασική γνώση, τις δεξιότητες και τις ικανότητες μέχρι εκείνα που απονέμονται στο πιο υψηλό επίπεδο ακαδημαϊκής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης
    • το EQF είναι ένας μηχανισμός μετάφρασης για τα συστήματα αξιολόγησης επαγγελματικών προσόντων.
    Πηγή: 
    σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2006α
  • Ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς ακαδημαϊκών μονάδων (ECTS)

    Ορισμός: 

    Ένας συστηματικός τρόπος περιγραφής ενός προγράμματος ανώτερης εκπαίδευσης με την απόδοση πιστωτικών μονάδων στις επιμέρους ενότητές του (μαθήματα, πρακτική εξάσκηση, διατριβή, κτλ.) για να :

    • διευκολύνει την μελέτη και σύγκριση των προγραμμάτων εκπαίδευσης από όλους τους μαθητές, ντόπιους ή ξένους,
    • ενθαρρύνει την κινητικότητα των μαθητών και την αναγνώριση της τυπικής, μη τυπικής και ανεπίσημης μάθησης
    • βοηθήσει τα πανεπιστήμια να οργανώσουν και να αναθεωρήσουν τα προγράμματα εκπαίδευσης τους.
    Σχόλιο: 

    Το ECTS βασίζεται στο φόρτο εργασίας που απαιτείται από τον μαθητή για να πετύχει τους στόχους του προγράμματος, που ορίζονται με βάση αποτελέσματα μάθησης που πρέπει να αποκτηθούν. Το φόρτο εργασίας του μαθητή για ένα πλήρους απασχόλησης πρόγραμμα εκπαίδευσης στην Ευρώπη υπολογίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις γύρω στις 1500-1800 ώρες τον χρόνο και σε αυτές τις περιπτώσεις μία μονάδα αναλογεί σε 25 με 30 ώρες εργασίας. Άτομα που μπορούν να επιδείξουν παρόμοια αποτελέσματα μάθησης που έχουν λάβει σε άλλα κέντρα μάθησης μπορούν να πάρουν αναγνώριση και μονάδες (παραιτήσεις) από τα ιδρύματα που απονέμουν πτυχία.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2004
  • Ευρωπαϊκό σύστημα πιστωτικών μονάδων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ECVET)

    Ορισμός: 

    Ένας μηχανισμός που τα επαγγελματικά προσόντα εκφράζονται σε μονάδες αποτελεσμάτων μάθησης στον οποίο αποδίδονται πιστωτικές μονάδες και ο οποίος συνδυάζεται με μια διαδικασία επικύρωσης των αποτελεσμάτων μάθησης. Ο σκοπός αυτού του συστήματος είναι η προώθηση :

    • της κινητικότητας των εκπαιδευομένων,
    • της συσσώρευσης, της μεταφοράς, της επικύρωσης και της αναγνώρισης των αποτελεσμάτων μάθησης (είτε τυπικά, είτε μη-τυπικά ή άτυπα) που αποκτούνται σε διαφορετικές χώρες,
    • της εφαρμογής της διά βίου μάθησης,
    • της διαφάνειας των επαγγελματικών προσόντων,
    • της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ αυτών που παρέχουν επαγγελματική κατάρτιση και εκπαίδευση στην Ευρώπη.
    Σχόλιο: 

    To Ευρωπαϊκό σύστημα πιστωτικών μονάδων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης βασίζεται στην περιγραφή προσόντων με βάση τα αποτελέσματα μάθησης (γνώση, επαγγελματικά προσόντα ή/και δεξιότητες), οργανωμένα σε μονάδες μάθησης που μπορούν να συγκεντρωθούν και να μεταφερθούν και όπου οι διδακτικές μονάδες αποδίδονται και καταγράφονται σε ένα προσωπικό έγγραφο αποτελεσμάτων μάθησης.

    Πηγή: 
    Cedefop; Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2006c.