You are here

Γλωσσάριο

Α | Β | Γ | Δ | Ε | Η | Ι | Κ | Μ | Ν | Ο | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Ψ
  • ικανότητα

    Ορισμός: 

    Η δυνατότητα του ατόμου να εφαρμόσει επαρκώς τα μαθησιακά αποτελέσματα σε ένα καθορισμένο πλαίσιο (εκπαίδευση, εργασία, προσωπική ή επαγγελματική ανάπτυξη).

    Σχόλιο: 

    Η ικανότητα δεν περιορίζεται μόνο σε γνωστικά στοιχεία (που αφορούν στην χρήση της θεωρίας, των εννοιών, ή την υπονοούμενη γνώση), περιλαμβάνει επιπλέον, λειτουργικές πτυχές (που αφορούν σε τεχνικές δεξιοτήτες), όπως επίσης και διαπροσωπικά χαρακτηριστικά (π.χ. κοινωνικές ή οργανωτικές δεξιότητες) αλλά και ηθικές αξίες.

    Πηγή: 
    Cedefop, 2004, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2006a.