You are here

Γλωσσάριο

Α | Β | Γ | Δ | Ε | Η | Ι | Κ | Μ | Ν | Ο | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Ψ
  • καθοδήγηση

    Ορισμός: 

    Καθοδήγηση και υποστήριξη που παρέχεται με διάφορους τρόπους σε νεαρά άτομα ή σε αρχάριους (δηλαδή, σε άτομα που γίνονται για πρώτοι φορά μέλη μιας μαθησιακής κοινότητας ή του μαθησιακού οργανισμού) από ένα έμπειρο άτομο που δρα ως πρότυπο, καθοδηγητής, προσωπικός εκπαιδευτής, προγυμναστής ή έμπιστος.

    Πηγή: 
    προσαρμογή από το Bolton, 1980.
  • κατάρτιση εκπαιδευτών / εκπαίδευση εκπαιδευτών

    Ορισμός: 

    Θεωρητική ή πρακτική κατάρτιση για δασκάλους και εκπαιδευτές

    Σχόλιο: 

    η κατάρτιση εκπαιδευτών:

    • απευθύνεται σε μέλη του προσωπικού κατάρτισης/διδακτικού προσωπικού που απασχολούνται ως επαγγελματίες δάσκαλοι ή εκπαιδευτικοί, ή ως επαγγελματίες σε ένα συγκεκριμένο τομέα που συνοδεύει τους εκπαιδευόμενους στο περιβάλλον εργασίας τους (περιστασιακοί δάσκαλοι ή εκπαιδευτικοί)
    • καλύπτει ένα μεγάλο εύρος από δεξιότητες: συγκεκριμένη γνώση στον υπό εξέταση τομέα (γενική, τεχνική ή επιστημονική) εκπαιδευτικές, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές δεξιότητες, διαχείριση δεξιοτήτων εξοικείωση με τον εργασιακό κόσμο, και γνώση των σχεδίων κατάρτισης και του κοινού στο οποίο απευθύνεται
    • επίσης καλύπτει την κατάρτιση που σχετίζεται με τη διαμόρφωση του μαθήματος, την οργάνωση και την εφαρμογή, όπως, επίσης, και το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων κατάρτισης, π.χ. μετάδοση γνώσης, τεχνογνωσία και δεξιοτήτων.
    Πηγή: 
    Cedefop, 2004.
  • κατάρτιση εκτός χώρου εργασίας

    Ορισμός: 

    Επαγγελματική κατάρτιση που λαμβάνεται μακριά από το σύνηθες εργασιακό περιβάλλον. Συνήθως αποτελεί μόνο τμήμα ενός πλήρους προγράμματος κατάρτισης το οποίο συνδυάζεται με κατάρτιση στον χώρο εργασίας.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Titmus, C. et al.
  • κατάρτιση στο χώρο εργασίας

    Ορισμός: 

    Επαγγελματική κατάρτιση που λαμβάνει χώρα σε τυπικό εργασιακό περιβάλλον. Μπορεί να αποτελεί το σύνολο της κατάρτισης ή να συνδυάζεται με κατάρτιση εκτός εργασίας.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Titmus, C. et al.
  • κινητικότητα

    Ορισμός: 

    Η ικανότητα του ατόμου να μετακινείται και να προσαρμόζεται σε ένα νέο εργασιακό περιβάλλον.

    Σχόλιο: 
    • Η κινητικότητα μπορεί να είναι γεωγραφική ή λειτουργική (ανάληψη νέων αρμοδιοτήτων σε μια επιχείρηση ή αλλαγή επαγγέλματος).
    • Η κινητικότητα δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να αποκτήσουν νέες δεξιότητες και συνεπώς, να αυξήσουν την απασχολησιμότητά τους.
    Πηγή: 
    σύμφωνα με Cedefop, 2004.
  • κοινωνία της γνώσης / κοινωνία βασισμένη στη γνώση

    Ορισμός: 

    Κοινωνία της οποίας οι διεργασίες και οι πρακτικές βασίζονται στην παραγωγή, διανομή και χρήση της γνώσης.

    Πηγή: 
    Cedefop, 2001 Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2001
  • κοινωνία των πολιτών

    Ορισμός: 

    Ένας "τρίτος τομέας" της κοινωνίας, εκτός από το κράτος και την αγορά, ο οποίος ενσωματώνει θεσμούς, ομάδες και συλλόγους (είτε δομημένους είτε ανεπίσημους) που έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν ως διαμεσολαβητές μεταξύ των πολιτών και των δημόσιων αρχών.

    or

    Το σύνολο όλων των οργανωτικών δομών, τα μέλη των οποίων έχουν στόχους και ευθύνες γενικού ενδιαφέροντος και που ενεργούν ως διαμεσολαβητές μεταξύ των δημόσιων αρχών και των πολιτών.

    Πηγή: 
    (1) Cedefop, 2001 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2004; (2) Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, 1999.
  • κοινωνική ένταξη

    Ορισμός: 

    Η ένταξη ατόμων ή ομάδων στην κοινωνία ως πολίτες ή ως μέλη δημόσιων κοινωνικών δικτύων. Η κοινωνική ένταξη είναι στενά συνδεδεμένη με την ένταξη στην αγορά εργασίας ή την οικονομική ένταξη.

    Πηγή: 
    Cedefop, 2004.
  • κοινωνικοί εταίροι

    Ορισμός: 

    Ενώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, που συναπαρτίζουν τις δύο πλευρές του (διμερούς) κοινωνικού διαλόγου.

    Σχόλιο: 
    • η έννοια του ‘κοινωνικού εταίρου’ προέρχεται απο την Γαλλία και την Γερμανία και στη συνέχεια υιοθετήθηκε απο τους κύκλους της Ευρωπαικής Κοινότητας
    • ο τριμερής κοινωνικός διάλογος συνδέει επίσης τις δημόσιες αρχές ή/και αντιπροσώπους της κοινωνίας του πολίτη, ΜΚΟ, κτλ.
    Πηγή: 
    σύμφωνα με Cedefop, 2004.
  • κοινωνικός διάλογος

    Ορισμός: 

    Μια διαδικασία ανταλλαγής μεταξύ κοινωνικών εταίρων με στόχο την προαγωγή της διαβούλευσης, του διαλόγου και της συλλογικής διαπραγμάτευσης.

    Σχόλιο: 
    • ο κοινωνικός διάλογος μπορεί να είναι διμερής (μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών) ή τριμερής (περιλαμβάνοντας τη συμμετοχή δημόσιων αρχών ή/και εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, ΜΚΟ, κτλ.)
    • ο κοινωνικός διάλογος μπορεί να πραγματοποιείται σε διάφορα επίπεδα (μεταξύ επιχειρήσεων, ή σε τομεακό/διατομεακό και τοπικό/περιφερειακό/εθνικό/διασυνοριακό επίπεδο)
    • σε διεθνές επίπεδο, ο κοινωνικός διάλογος μπορεί να είναι διμερής, τριμερής ή πολυμερής, ανάλογα με τον αριθμό των χωρών που συμμετέχουν.
    Πηγή: 
    Cedefop, 2004.