You are here

Γλωσσάριο

Α | Β | Γ | Δ | Ε | Η | Ι | Κ | Μ | Ν | Ο | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Ψ
  • συγκρισιμότητα επαγγελματικών προσόντων

    Ορισμός: 

    Ο βαθμός στον οποίο είναι εφικτή η ταυτοποίηση μεταξύ του επιπέδου και περιεχομένου των προσόντων (πιστοποιητικών ή διπλωμάτων ή τίτλων) σε τομεακό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.

    Σχόλιο: 

    η συγκρισιμότητα των επαγγελματικών προσόντων βελτιώνει την απασχολησιμότητα και την κινητικότητα των ατόμων. Ο όρος δεν πρέπει να συγχέεται με την ισοδυναμία των επαγγελματικών προσόντων (που αναφέρεται στην ισοτιμία της αξίας των πιστοποιητικών ή διπλωμάτων).

    Πηγή: 
    Cedefop, 2000
  • συνεχιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση

    Ορισμός: 

    Εκπαίδευση ή κατάρτιση που πραγματοποιείται μετά την αρχική εκπαίδευση ή την ένταξη στην εργασία, και η οποία αποσκοπεί:

    • στη βελτίωση ή την αναβάθμιση γνώσεων ή/και ικανοτήτων
    • στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων για την αλλαγή καριέρας ή την επανακατάρτιση
    • στη συνέχιση της προσωπικής ή επαγγελματικής ανάπτυξης.
    Σχόλιο: 

    η συνεχιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση είναι μέρος της διά βίου μάθησης και μπορεί να περιλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εκπαίδευσης (γενική, εξειδικευμένη ή επαγγελματική, τυπική ή μη τυπική, κτλ.). Είναι ουσιώδους σημασίας για την απασχολησιμότητα των ατόμων.

    Πηγή: 
    Cedefop, 2004.
  • σύστημα επαγγελματικών προσόντων

    Ορισμός: 

    Όλες οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την αναγνώριση των μαθησιακών αποτελεσμάτων και άλλων μηχανισμών που συνδέουν την εκπαίδευση και την κατάρτιση με την αγορά εργασίας και την κοινωνία του πολίτη. Οι δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνουν:

    • τον ορισμό της πολιτικής της κατάρτισης, το σχεδιασμό και την εφαρμογή της κατάρτισης, θεσμικές συμφωνίες, τη χρηματοδότηση, τη διασφάλιση της ποιότητας,
    • την αξιολόγηση, την επικύρωση και πιστοποίηση των αποτελεσμάτων μάθησης.
    Σχόλιο: 

    a national qualifications system may be composed of several subsystems and may include a national qualifications framework.

    Πηγή: 
    σύμφωνα με Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2006α
  • σύστημα μεταφοράς πιστωτικών μονάδων

    Ορισμός: 

    Ένα όργανο σχεδιασμένο να επιτρέπει τη συγκέντρωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων που αποκτήθηκαν σε τυπικό, μη τυπικό ή/και άτυπο περιβάλλον, και να διευκολύνει τη μεταφορά τους από το ένα πλαίσιο στο άλλο για επικύρωση και αναγνώριση. Ένα σύστημα μεταφοράς διδακτικών μονάδων μπορεί να διαμορφωθεί:

    • περιγράφοντας ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα ή ένα πρόγραμμα κατάρτισης και αποδίδοντας διδακτικές μονάδες στις υποενότητές του (ενότητες, μαθήματα, πρακτική εξάσκηση, διατριβές κτλ.), ή
    • περιγράφοντας ένα επαγγελματικό προσόν χρησιμοποιώντας μαθησιακά αποτελέσματα ενοτήτων και αποδίδοντας μονάδες σε κάθε ενότητα
    Πηγή: 
    βασισμένο στο Cedefop, 2004; Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2006c