You are here

Γλωσσάριο ενεργητικών ρημάτων

Το γλωσσάριο αυτό προτείνει εναρμονισμένη ορολογία σε περισσότερες γλώσσες για τη διευκόλυνση της σύνταξης και της μετάφρασης συμπληρωμάτων πιστοποιητικών. Διάφορα σχέδια που υλοποιούνται σε αρκετά κράτη μέλη δείχνουν ότι είναι δυνατόν να περιγραφούν τα κύρια προσόντα που συνδέονται με συγκεκριμένες θέσεις απασχόλησης χρησιμοποιώντας έναν περιορισμένο αριθμό ενεργητικών ρημάτων, και αυτό ανεξαρτήτως κλάδου ή επιπέδου.

Το γλωσσάριο αποτελείται από επτά ενότητες, οι οποίες αντιστοιχούν στους κύριους τομείς προσόντων:

  • διαχείριση πληροφοριών·
  • παροχή συμβουλών / υποστήριξης·
  • παραγωγή (αγαθών και υπηρεσιών)·
  • διοίκηση·
  • διαχείριση ανθρώπινων πόρων και κατάρτιση·
  • μάρκετινγκ και λογιστική·
  • έρευνα και ανάπτυξη.

Μεταφóρτωση (Excel)

  • ρυθμίζω/προσαρμόζω

    Ορισμός: 

    τροποποιώ ελαφρώς, κυρ. για την επίτευξη ακρίβειας

    Examples of use: 
    κατεργασία, μηχάνημα, σύστημα παραγωγής, εξοπλισμό/εγκατάσταση, διαδικασία παραγωγής, εργαλείο
  • συμβουλεύω

    Ορισμός: 

    παρέχω συμβουλές σε κάποιον

    Examples of use: 
    διοίκηση, προσωπικό
  • κατανέμω

    Ορισμός: 

    μοιράζω, διανέμω για ένα συγκεκριμένο σκοπό

    Examples of use: 
    πόρους
  • αναλύω (στοιχεία)

    Ορισμός: 

    πραγματοποιώ μαθηματική, χημική, γραμματική ανάλυση

    Examples of use: 
    στοιχεία, αίμα
  • αναλύω (πληροφορίες)

    Ορισμός: 

    εξετάζω λεπτομερώς για να κατανοήσω το νόημα, τα βασικά χαρακτηριστικά κλπ.

    Examples of use: 
    πληροφορίες, δεδομένα
  • προνοώ / προβλέπω

    Ορισμός: 

    διακρίνω κάτι και ενεργώ επ’ αυτού εκ των προτέρων

    Examples of use: 
    εργασία, κινήσεις
  • προνοώ / προβλέπω

    Ορισμός: 

    διακρίνω κάτι και ενεργώ επ’ αυτού εκ των προτέρων

    Examples of use: 
    εργασία, κινήσεις
  • εφαρμόζω (κανόνες)

    Ορισμός: 

    κάνω πράξη

    Examples of use: 
    αρχές, κανόνες, πρότυπα (υγιεινής, ασφάλειας)
  • εφαρμόζω τεχνικές μάρκετινγκ

    Ορισμός: 

    εφαρμόζω τεχνικές που χρησιμοποιούνται για την προώθηση των πωλήσεων

    Examples of use: 
    αγορές
  • συναρμολογώ

    Ορισμός: 

    συνδέω ή μοντάρω (τα μέρη μηχανήματος κλπ.)

    Examples of use: 
    ικριώματα, εξοπλισμό, στοιχεία μιας κατασκευής
  • εκτιμώ / αξιολογώ (κατάρτιση)

    Ορισμός: 

    κρίνω, υπολογίζω την αξία, τη σημασία κλπ.

    Examples of use: 
    προσωπικό, δραστηριότητα κατάρτισης
  • εκτιμώ / αξιολογώ (ανάγκες)

    Ορισμός: 

    κρίνω, υπολογίζω την αξία, τη σημασία κλπ.

    Examples of use: 
    ανάγκες, δυσκολίες, κινδύνους, ικανότητες
  • βοηθώ (διοίκηση)

    Ορισμός: 

    παρέχω βοήθεια ή υποστήριξη (σε κάποιον)

    Examples of use: 
    διοίκηση
  • εκτρέφω

    Ορισμός: 

    τρέφω συστηματικά ορισμένο ζωικό είδος για να αναπτυχθεί και να πολλαπλασιαστεί

    Examples of use: 
    ζώα
  • κοστολογώ / προϋπολογίζω

    Ορισμός: 

    προσδιορίζω την αξία, το κόστος σε κάτι (προϊόν, υπηρεσία κλπ.)

    Examples of use: 
    μενού, επένδυση
  • οικοδομώ/ανεγείρω

    Ορισμός: 

    φτιάχνω, κατασκευάζω ή συνθέτω ενώνοντας εξαρτήματα ή υλικά

    Examples of use: 
    τοίχο, κατασκευή
  • αγοράζω

    Ορισμός: 

    αποκτώ κάτι έναντι χρημάτων

    Examples of use: 
    αγαθά, υπηρεσίες
  • υπολογίζω

    Ορισμός: 

    επιλύω (ένα ή περισσότερα προβλήματα) μέσω μαθηματικών υπολογισμών

    Examples of use: 
    αξία
  • βαθμονομώ

    Ορισμός: 

    ορίζω /προτυποποιώ τις τιμές μέτρησης (εργαλείου μετρήσεων κλπ.)

    Examples of use: 
    μηχανήματος, εργαλείου
  • προσελκύω πελατεία

    Ορισμός: 

    επιτυγχάνω την αγορά ενός προϊόντος (από κάποιον)

    Examples of use: 
    αγορά, πελάτες, πελατεία
  • εκτελώ/πραγματοποιώ

    Ορισμός: 

    ολοκληρώνω, φέρω εις πέρας

    Examples of use: 
    έλεγχο, ποιοτικό έλεγχο, έρευνα, αποστολή, έργο, συντήρηση, συνέντευξη, ιατρική εξέταση ή θεραπεία, επισκευή, εμφύτευση, συγκομιδή, χειρισμό/ελιγμό, σχεδίαση, μέτρηση, συναλλαγή, φινίρισμα, ρύθμιση, παράδοση, θέση εξοπλισμού σε λειτουργία, μεταφορά, διάγνωση, αξιολόγηση, παράδοση αποσκευών, ιατρική ανάλυση, τεχνικό έλεγχο, μοντάρισμα
  • ελέγχω

    Ορισμός: 

    εξετάζω, ερευνώ κάτι (γεγονός, προϊόν κλπ.) για να βεβαιωθώ για την ακρίβεια, την ποιότητα ή την πρόοδο

    Examples of use: 
    συμμόρφωση, ποιότητα, εξοπλισμό, κατάσταση λειτουργίας
  • καθαρίζω / πλένω

    Ορισμός: 

    καθιστώ κάτι καθαρό, απομακρύνω βρωμιά ή ό,τι άχρηστο υπάρχει

    Examples of use: 
    εξαρτήματα, εγκαταστάσεις
  • συνεργάζομαι / συμμετέχω (σε)

    Ορισμός: 

    εργάζομαι μαζί με άλλον ή με άλλους σε ένα συλλογικό έργο

    Examples of use: 
    σχέδιο, διενέργεια δοκιμών, διοίκηση, αξιολόγηση/πρόσληψη προσωπικού, συντήρηση εξοπλισμού, χάραξη στρατηγικών, υλικοτεχνική υποστήριξη, προληπτική ενέργεια, έρευνα
  • συλλέγω / συγκεντρώνω (στοιχεία)

    Ορισμός: 

    συγκεντρώνω από διάφορες πηγές

    Examples of use: 
    πληροφορίες, στοιχεία
  • συγκρίνω

    Ορισμός: 

    εξετάζω προκειμένου να διαπιστώσω ομοιότητες ή διαφορές

    Examples of use: 
    στοιχεία, πληροφορίες, αποτελέσματα
  • καταρτίζω (με σταχυολόγηση)

    Ορισμός: 

    συντάσσω ή συνθέτω από άλλο υλικό ή πηγές

    Examples of use: 
    κατάλογο, κατάσταση, ευρετήριο
  • συνάπτω / ολοκληρώνω

    Ορισμός: 

    έρχομαι σε οριστική συμφωνία για συναλλαγή

    Examples of use: 
    αγορά, σύμβαση, πώληση
  • διευθετώ (εξοπλισμό)

    Ορισμός: 

    διαμορφώνω, εναρμονίζω λειτουργικά στοιχεία ώστε να λειτουργούν κατά συγκεκριμένο τρόπο

    Examples of use: 
    εξοπλισμό, Η/Υ, χώρο εργασίας
  • επικοινωνώ (με)

    Ορισμός: 

    έρχομαι σε επαφή

    Examples of use: 
    προμηθευτές, πελάτες
  • χειρίζομαι / λειτουργώ

    Ορισμός: 

    χρησιμοποιώ ένα μηχάνημα ρυθμίζοντας τη λειτουργία του με τα χέρια

    Examples of use: 
    machine
  • συντονίζω

    Ορισμός: 

    καθορίζω και συνδυάζω τις ενέργειες (άλλων) ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα

    Examples of use: 
    άτομα, εργασίες, παρεμβάσεις, φάσεις παραγωγής, εκτέλεση μιας εργασίας
  • δημιουργώ (βάση δεδομένων)

    Ορισμός: 

    κάνω να υπάρξει κάτι που πριν δεν υπήρχε

    Examples of use: 
    βάση δεδομένων, πληροφορίες
  • καλλιεργώ

    Ορισμός: 

    εκτελώ ένα σύνολο γεωργικών εργασιών που έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή φυτικών προϊόντων

    Examples of use: 
    φυτά, δημητριακά
  • κόβω/τεμαχίζω

    Ορισμός: 

    κάνω κομμάτια

    Examples of use: 
    πρώτες ύλες, δένδρα
  • επιλαμβάνομαι (φάκελο πληροφοριακών στοιχείων)

    Ορισμός: 

    ασχολούμαι ή φροντίζω για κάτι

    Examples of use: 
    φάκελο πληροφοριακών στοιχείων, παράπονο/καταγγελία
  • αποφασίζω

    Ορισμός: 

    καταλήγω σε απόφαση, διαμορφώνω τελική κρίση

    Examples of use: 
    πολιτική, κατανομή πόρων
  • ορίζω

    Ορισμός: 

    διατυπώνω με ακρίβεια το νόημα (λέξεων, όρων κλπ.)

    Examples of use: 
    βάση δεδομένων, όρο
  • αναθέτω

    Ορισμός: 

    καθιστώ κάποιον υπεύθυνο για την εκτέλεση ορισμένης αποστολής

    Examples of use: 
    καθήκοντα
  • παραδίδω

    Ορισμός: 

    μεταφέρω (αγαθά κλπ.) στον προορισμό τους

    Examples of use: 
    προϊόν
  • κάνω επίδειξη (μάρκετινγκ)

    Ορισμός: 

    παρουσιάζω (τη λειτουργία ενός μηχανήματος κλπ.)

    Examples of use: 
    προϊόν
  • περιγράφω

    Ορισμός: 

    παριστάνω με λόγο

    Examples of use: 
    προϊόν, σειρά προϊόντων
  • σχεδιάζω / εκπονώ (δραστηριότητα κατάρτισης)

    Ορισμός: 

    1) εκπονώ κατασκευαστικό σχέδιο 2) καταρτίζω

    Examples of use: 
    δραστηριότητα κατάρτισης
  • σχεδιάζω / καταρτίζω (έρευνα και ανάπτυξη)

    Ορισμός: 

    1) εκπονώ κατασκευαστικό σχέδιο 2) καταρτίζω

    Examples of use: 
    στρατηγική, εργαλείο, διαδικασία, μέθοδο
  • εντοπίζω

    Ορισμός: 

    ανακαλύπτω την ύπαρξη ή την παρουσία

    Examples of use: 
    ελάττωμα, έλλειψη, ασθένεια
  • αναπτύσσω (έρευνα και ανάπτυξη)

    Ορισμός: 

    επεξεργάζομαι ή προετοιμάζω λεπτομερώς

    Examples of use: 
    μέθοδο, διαδικασία
  • διαγιγνώσκω

    Ορισμός: 

    συμπεραίνω, προσδιορίζω κάτι με βάση ορισμένες ενδείξεις

    Examples of use: 
    ελάττωμα, έλλειψη, ασθένεια
  • κατευθύνω

    Ορισμός: 

    στρέφω ή οδηγώ (κάποιον) προς ένα ορισμένο σημείο

    Examples of use: 
    πελάτες, επισκέπτες
  • αποσυναρμολογώ

    Ορισμός: 

    διαλύω κάτι συναρμολογημένο

    Examples of use: 
    μηχάνημα
  • διαδίδω (πληροφορίες)

    Ορισμός: 

    ενεργώ ώστε κάτι να εξαπλωθεί σε ένα ευρύτερο σύνολο• διαχέω

    Examples of use: 
    πληροφορίες, αλληλογραφία
  • καταρτίζω σύμβαση

    Ορισμός: 

    συντάσσω (ένα κείμενο) στην κατάλληλη μορφή

    Examples of use: 
    σύμβαση εργασίας
  • σχεδιάζω (έρευνα και ανάπτυξη)

    Ορισμός: 

    αποτυπώνω, συνήθως με μολύβι ή πένα, σε γενικές γραμμές

    Examples of use: 
    διάγραμμα
  • συντάσσω (έγγραφο)

    Ορισμός: 

    διατυπώνω κάτι γραπτώς, στην κατάλληλη μορφή

    Examples of use: 
    έκθεση, έγγραφο, προδιαγραφές, σύμβαση, προσφορά
  • εξαλείφω / εξουδετερώνω

    Ορισμός: 

    αίρω, εξαφανίζω

    Examples of use: 
    ακαθαρσίες, ελαττωματικά προϊόντα
  • εξετάζω

    Ορισμός: 

    επιθεωρώ, ελέγχω προσεκτικά ή λεπτομερειακά

    Examples of use: 
    έγγραφο, φάκελο, πρόταση
  • ανταλλάσσω (ιδέες)

    Ορισμός: 

    δίνω ή λαμβάνω (πληροφορίες, ιδέες κλπ.)

    Examples of use: 
    ιδέες, γνώμες, απόψεις
  • διευρύνω / επεκτείνω (ικανότητες)

    Ορισμός: 

    μεγαλώνω κάτι σε έκταση, εύρος, αναπτύσσω

    Examples of use: 
    ικανότητες / υπηρεσίες
  • πειραματίζομαι (έρευνα και ανάπτυξη)

    Ορισμός: 

    διεξάγω πείραμα ή πειράματα

    Examples of use: 
    συσκευή, πρωτότυπο, μέθοδο
  • εξηγώ

    Ορισμός: 

    περιγράφω, αναλύω λεπτομερώς κάτι έτσι ώστε να γίνει κατανοητό

    Examples of use: 
    έγγραφο, φάκελο, πρόταση
  • αντλώ (πληροφορίες)

    Ορισμός: 

    αποκομίζω (πληροφορίες) από μία πηγή ή κατάσταση

    Examples of use: 
    πληροφορίες από μια πηγή
  • βρίσκω αντικαταστάτη για (προσωπικό)

    Ορισμός: 

    αντικαθιστώ ένα άτομο με άλλο (ώστε να συνεχίζεται ομαλά η εργασία)

    Examples of use: 
    προσωπικό
  • τιμολογώ

    Ορισμός: 

    καθορίζω την τιμή πώλησης (προϊόντος, υπηρεσίας)

    Examples of use: 
    προϊόν, υπηρεσία
  • ακολουθώ / ?

    Ορισμός: 

    ενεργώ σύμφωνα με κάτι

    Examples of use: 
    οδηγίες
  • παρακολουθώ (εξέλιξη ενέργειας)

    Ορισμός: 

    διατηρώ επαφή για να ελέγξω πορεία, κατάσταση, απόδοση, εφαρμογή κλπ. ή προβαίνω σε παρόμοια ή συμπληρωματική πράξη

    Examples of use: 
    προώθηση προϊόντος, εισαγωγή προϊόντος στην αγορά
  • αναγνωρίζω / προσδιορίζω (ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό)

    Ορισμός: 

    προσδιορίζω την ταυτότητα

    Examples of use: 
    ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό, ανάγκες κατάρτισης
  • μεταδίδω (πληροφορίες)

    Ορισμός: 

    διαδίδω (πληροφορίες)

    Examples of use: 
    πληροφορίες
  • εφαρμόζω / υλοποιώ

    Ορισμός: 

    εκτελώ, θέτω σε εφαρμογή

    Examples of use: 
    αρχές, κανόνες, πρότυπα (υγιεινής, ασφάλειας)
  • βελτιώνω

    Ορισμός: 

    κάνω κάτι καλύτερο

    Examples of use: 
    κατεργασία, μηχάνημα, σύστημα παραγωγής, εξοπλισμό/εγκατάσταση, διαδικασία παραγωγής, εργαλείο
  • παρεμβαίνω

    Ορισμός: 

    παρεμβάλλομαι, μεσολαβώ σε μια διαδικασία/κατάσταση, με στόχο να επηρεάσω την έκβαση ή εξέλιξή της

    Examples of use: 
    πρόβλημα, φάκελο, τεχνική προετοιμασία, σύγκρουση
  • εκδίδω τιμολόγιο (προϊόν, υπηρεσία)

    Ορισμός: 

    παραδίδω τιμολόγιο σε πελάτη

    Examples of use: 
    προϊόν, υπηρεσία
  • φορτώνω

    Ορισμός: 

    τοποθετώ (φορτίο, εμπορεύματα) επί μεταφορικού μέσου (πλοίου, φορτηγού κλπ.)

    Examples of use: 
    εμπορεύματα
  • συντηρώ

    Ορισμός: 

    διατηρώ σε καλή κατάσταση (λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα)

    Examples of use: 
    εγκατάσταση, εργοστάσιο, δίκτυο, κήπο
  • διευθύνω (ομάδα)

    Ορισμός: 

    οργανώνω συστηματικά και επιβλέπω την εκτέλεση έργου, ασκώ τη διεύθυνση

    Examples of use: 
    ομάδα
  • διευθύνω (το προσωπικό)

    Ορισμός: 

    οργανώνω συστηματικά και επιβλέπω την εκτέλεση έργου, ασκώ τη διεύθυνση

    Examples of use: 
    κατατόπιση προσωπικού, επιβολή εργατικής νομοθεσίας, κατάρτιση
  • κατασκευάζω / παράγω

    Ορισμός: 

    φτιάχνω κάτι (σε βιομηχανική κλίμακα) με ένα ή περισσότερα υλικά

    Examples of use: 
    ενδύματα, προϊόντα, καλούπια, δομικά στοιχεία
  • εμπορεύομαι

    Ορισμός: 

    προωθώ εμπορεύματα ή αγαθά από την παραγωγή στην κατανάλωση

    Examples of use: 
    προϊόντα
  • κατέχω / είμαι άριστος γνώστης (πληροφορίες)

    Ορισμός: 

    γνωρίζω πολύ καλά, έχω βαθιά πλήρη γνώση

    Examples of use: 
    γλώσσα, τεχνική, αρχές
  • κατέχω / είμαι άριστος γνώστης (τεχνική)

    Ορισμός: 

    γνωρίζω πολύ καλά, έχω βαθιά, πλήρη γνώση

    Examples of use: 
    διεργασία, τεχνική, ξένη γλώσσα, λογισμικό
  • μετρώ

    Ορισμός: 

    προσδιορίζω ένα μέγεθος (διαστάσεις, βάρος κλπ.) με βάση ένα ορισμένο μέτρο

    Examples of use: 
    συστατικά, παραμέτρους, αντίκτυπο, ελλείψεις, ποσότητα/ποιότητα, προϊόν/υπηρεσία
  • δοσομετρώ

    Ορισμός: 

    καθορίζω την ποσότητα καθενός από τα συστατικά φαρμακευτικού ή άλλου μείγματος

    Examples of use: 
    συστατικά
  • τροποποιώ (εγκατάσταση)

    Ορισμός: 

    αλλάζω κάτι, συνήθως στα σημεία που δεν είναι ουσιώδη, στις λεπτομέρειές του

    Examples of use: 
    εξοπλισμό / εγκατάσταση
  • παρακολουθώ

    Ορισμός: 

    1) παρατηρώ ή καταγράφω (την δραστηριότητα ή την απόδοση) ενός κινητήρα ή άλλου μηχανισμού 2) επιτηρώ συστηματικά κάτι που εξελίσσεται ή μεταβάλλεται

    Examples of use: 
    1) μηχάνημα, εργαλείο 2) κύκλο παραγωγής, εργασίες
  • διαπραγματεύομαι (διοίκηση)

    Ορισμός: 

    βρίσκομαι σε συνεννοήσεις για τη διεκπεραίωση θέματος ή για την επίλυση διαφοράς

    Examples of use: 
    λύσεις, προθεσμία
  • διαπραγματεύομαι (όρους συμβάσεων)

    Ορισμός: 

    βρίσκομαι σε συνεννοήσεις για τη διεκπεραίωση θέματος ή για την επίλυση διαφοράς

    Examples of use: 
    όρους πώλησης/αγοράς, όρους συμβάσεων (παραγγελίες, ποσότητες, προθεσμίες παράδοσης, αποζημίωση, προσφορές)
  • βελτιστοποιώ

    Ορισμός: 

    επιτυγχάνω το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα ενέργειας ή δραστηριότητας

    Examples of use: 
    κατεργασία, μηχάνημα, σύστημα παραγωγής, εξοπλισμό/εγκατάσταση, διαδικασία παραγωγής, εργαλείο
  • παραγγέλλω

    Ορισμός: 

    δίνω εντολή σε κάποιον να μου προμηθεύσει κάτι ή να κατασκευάσει κάτι για λογαριασμό μου

    Examples of use: 
    εργασία, εξάρτημα
  • οργανώνω (διοίκηση)

    Ορισμός: 

    καθορίζω τη διάταξη των μερών ενός όλου ώστε να λειτουργεί κανονικά και αποδοτικά

    Examples of use: 
    εργασία, πρόγραμμα εργοταξίου, δραστηριότητα
  • οργανώνω (το προσωπικό)

    Ορισμός: 

    καθορίζω τη διάταξη των μερών ενός συνόλου ώστε να λειτουργεί κανονικά και αποδοτικά

    Examples of use: 
    κατάρτιση προσωπικού, προσλήψεις
  • συσκευάζω

    Ορισμός: 

    τοποθετώ (εμπόρευμα ή αντικείμενο) σε κατάλληλο περιτύλιγμα για τη μεταφορά ή τη διακίνησή του

    Examples of use: 
    προϊόντα
  • συμμετέχω (σε)

    Ορισμός: 

    λαμβάνω μέρος, εμπλέκομαι ενεργά

    Examples of use: 
    ενέργεια, φάκελο πληροφοριακών στοιχείων, σχέδιο
  • διευθύνω / καθοδηγώ

    Ορισμός: 

    ελέγχω την πορεία / κατευθύνω ή οδηγώ (κάποιον)

    Examples of use: 
    ενέργειες, εξοπλισμό, όχημα
  • σχεδιάζω / προγραμματίζω (παραγωγή)

    Ορισμός: 

    καταστρώνω ένα πρόγραμμα, σχεδιάζω εκ των προτέρων τις ενέργειες, τη δράση μου

    Examples of use: 
    εργασία, ενέργεια, φάση παραγωγής, κατασκευή σε βιομηχανική κλίμακα
  • σχεδιάζω / προγραμματίζω (το προσωπικó)

    Ορισμός: 

    καταστρώνω ένα πρόγραμμα, σχεδιάζω εκ των προτέρων τις ενέργειες, τη δράση μου

    Examples of use: 
    κατάρτιση προσωπικó, προσλήψεις
  • προετοιμάζω (φάκελο πληροφοριακών στοιχείων)

    Ορισμός: 

    ετοιμάζω κάτι εκ των προτέρων ή διαμορφώνω τις κατάλληλες συνθήκες για ένα συγκεκριμένο σκοπό, χρήση, γεγονός κλπ.

    Examples of use: 
    ενέργεια, φάκελο πληροφοριακών στοιχείων, παρέμβαση, έγγραφο
  • προετοιμάζω (παραγωγή)

    Ορισμός: 

    ετοιμάζω κάτι εκ των προτέρων ή διαμορφώνω τις κατάλληλες συνθήκες για ένα συγκεκριμένο σκοπό, χρήση, γεγονός κλπ.

    Examples of use: 
    παραγωγή, πιάτο, εξοπλισμό, εργαλείο, έδαφος, επιφάνεια, παραγγελία, χώρο εργασίας
  • προλαμβάνω / αποτρέπω

    Ορισμός: 

    αποσοβώ, ενεργώ ώστε να αποφευχθεί κάτι

    Examples of use: 
    ατυχήματα, συγκρούσεις, προβλήματα, αντιδικίες, επιπλοκές
  • υποβάλλω σε κατεργασία / επεξεργασία

    Ορισμός: 

    δίνω σε ένα υλικό, συνήθως σε μια πρώτη ύλη, με μια σειρά εργασιών, τη μορφή που θα το κάνει κατάλληλο για μία ορισμένη χρήση

    Examples of use: 
    πρώτες ύλες, τρόφιμα
  • προγραμματίζω

    Ορισμός: 

    συντάσσω ή θέτω σε λειτουργία ένα πρόγραμμα (για ηλεκτρονικό υπολογιστή ή για μηχάνημα)

    Examples of use: 
    εργασία, μηχάνημα
  • προωθώ (προϊόν)

    Ορισμός: 

    προβαίνω σε ενέργειες (διαφήμιση κλπ.) για την ενθάρρυνση της πώλησης (ενός προϊόντος)

    Examples of use: 
    τεχνική, προϊόν
  • εκθέτω (προϊόντα)

    Ορισμός: 

    προβάλλω, παρουσιάζω δημοσίως

    Examples of use: 
    προϊόντα
  • ευαισθητοποιώ (το προσωπικό)

    Ορισμός: 

    αυξάνω το βαθμό ευαισθητοποίησης, ενημερώνω

    Examples of use: 
    κανόνες, στόχοι, ποιότητα, ασφάλεια
  • παραλαμβάνω (εμπορεύματα)

    Ορισμός: 

    λαμβάνω, αποδέχομαι τη λήψη (εμπορεύματος)

    Examples of use: 
    εμπορεύματα
  • προσλαμβάνω

    Ορισμός: 

    εντάσσω κάποιον στο προσωπικό

    Examples of use: 
    προσωπικό
  • διορθώνω

    Ορισμός: 

    επανορθώνω, αποκαθιστώ

    Examples of use: 
    κατεργασία, μηχάνημα, σύστημα παραγωγής, εξοπλισμό/εγκατάσταση, διαδικασία παραγωγής, εργαλείο
  • ανακαινίζω

    Ορισμός: 

    επισκευάζω ή και τροποποιώ κάτι για να το κάνω πιο καινούριο ή πιο λειτουργικό

    Examples of use: 
    κτίριο
  • επισκευάζω

    Ορισμός: 

    επαναφέρω κάτι στην κατάσταση στην οποία ήταν πριν υποστεί βλάβη ή βλάβες, έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργήσει ή να χρησιμοποιηθεί κανονικά

    Examples of use: 
    συσκευή
  • εκθέτω / αναφέρω σχετικά με

    Ορισμός: 

    περιγράφω τα αποτελέσματα μιας έρευνας

    Examples of use: 
    δραστηριότητα, ενέργεια
  • αντιπροσωπεύω / εκπροσωπώ

    Ορισμός: 

    ενεργώ ως αντιπρόσωπος

    Examples of use: 
    αρχή, εταιρεία
  • επιλύω (διαφορές)

    Ορισμός: 

    βρίσκω την απάντηση ή τη λύση (σε ένα πρόβλημα)

    Examples of use: 
    διαφορές
  • αποκαθιστώ

    Ορισμός: 

    επαναφέρω κάτι στην προηγούμενη (καλή, ορθή, φυσιολογική) κατάσταση

    Examples of use: 
    κτίριο, πίνακα
  • επιλέγω (στρατηγικές)

    Ορισμός: 

    διαλέγω, ξεχωρίζω από ένα σύνολο πραγμάτων αυτό που θεωρώ καλύτερο ή προτιμότερο

    Examples of use: 
    προσωπικό, δραστηριότητες, στρατηγικές
  • επιλέγω (προϊόντα)

    Ορισμός: 

    διαλέγω, ξεχωρίζω από ένα σύνολο πραγμάτων αυτό που θεωρώ καλύτερο ή προτιμότερο

    Examples of use: 
    εξαρτήματα, προϊόντα, εξοπλισμό, παραμέτρους, κατεργασία, μεθόδους, προγράμματα
  • πωλώ / διαθέτω

    Ορισμός: 

    μεταβιβάζω την κυριότητα (αντικειμένου) έναντι χρημάτων ή άλλου ανταλλάγματος

    Examples of use: 
    προϊόντα
  • εξυπηρετώ (πελάτες)

    Ορισμός: 

    παρέχω (σε πελάτη κλπ.) αγαθά ή υπηρεσίες

    Examples of use: 
    πελάτες
  • διαμορφώνω (κήπο)

    Ορισμός: 

    διευθετώ, περιποιούμαι

    Examples of use: 
    κήπο
  • επιλύω (πρόβλημα)

    Ορισμός: 

    δίνω λύση (σε ένα πρόβλημα κλπ.)

    Examples of use: 
    πρόβλημα, διαφορά
  • αποθηκεύω

    Ορισμός: 

    βάζω κάτι σε αποθήκη για να το φυλάξω ή να το διατηρήσω, συγκεντρώνω ή διατηρώ κάτι για να το διαθέσω, να το χρησιμοποιήσω ή να το καταναλώσω αργότερα

    Examples of use: 
    απόθεμα, τρόφιμα
  • διατάσσω / διαρθρώνω

    Ορισμός: 

    δομώ διάφορα επιμέρους στοιχεία ώστε να αποτελέσουν ένα οργανωμένο σύνολο

    Examples of use: 
    στοιχεία, έγγραφο
  • μελετώ (έγγραφο)

    Ορισμός: 

    εξετάζω λεπτομερώς

    Examples of use: 
    έγγραφο
  • επιβλέπω (προσωπικό)

    Ορισμός: 

    παρακολουθώ και ασκώ γενικό έλεγχο

    Examples of use: 
    παραγωγή, προσωπικό, ομάδα
  • επιβλέπω (παραγωγή, προσωπικό)

    Ορισμός: 

    παρακολουθώ και ασκώ γενικό έλεγχο

    Examples of use: 
    παραγωγή, προσωπικό, ομάδα
  • εφοδιάζω / τροφοδοτώ

    Ορισμός: 

    παρέχω (σε κάποιον ή κάτι) τα απαραίτητα υλικά μέσα ή εφόδια

    Examples of use: 
    μηχάνημα
  • ενισχύω / συνδράμω

    Ορισμός: 

    παρέχω βοήθεια

    Examples of use: 
    διοίκηση, προσωπικό, ανωτέρους, δίκτυο, ομάδα
  • συνθέτω (στοιχεία)

    Ορισμός: 

    συγκεντρώνω στοιχεία με τα οποία απαρτίζω ένα οργανωμένο σύνολο

    Examples of use: 
    στοιχεία
  • συνθέτω (προϊόν)

    Ορισμός: 

    συγκεντρώνω μεμονωμένα στοιχεία και απαρτίζω ένα οργανωμένο σύνολο

    Examples of use: 
    προϊόν
  • λαμβάνω παραγγελία

    Ορισμός: 

    παίρνω μικρή ποσότητα, μέρος ή κομμάτι ενός συνόλου από το οποίο μπορώ να σχηματίσω γνώμη για το σύνολο

    Examples of use: 
    αίμα, υλικό
  • παίρνω δείγμα/κάνω δειγματοληψία

    Ορισμός: 

    δέχομαι αίτημα από πελάτη για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών

    Examples of use: 
    παραγγελία
  • κάνω απογραφή

    Ορισμός: 

    απαριθμώ και καταγράφω λεπτομερώς την οικονομική δραστηριότητα και τα περιουσιακά στοιχεία μιας επιχείρησης

    Examples of use: 
    αποθεμάτων, εξοπλισμού
  • φροντίζω / περιποιούμαι

    Ορισμός: 

    κάνω ό,τι είναι καλό για κάποιον

    Examples of use: 
    άνθρωπο, ζώο
  • μεταφέρω

    Ορισμός: 

    μετακινώ (κάποιον, κάτι) από ένα μέρος σε άλλο

    Examples of use: 
    άτομα, προϊόντα
  • νοσηλεύω (ζώο)

    Ορισμός: 

    παρέχω σε άρρωστο τα θεραπευτικά μέσα και τις φροντίδες που έχει ανάγκη

    Examples of use: 
    άνθρωπο, ζώο
  • ξεφορτώνω

    Ορισμός: 

    αφαιρώ φορτίο (από πλοίο, φορτηγό κλπ.)

    Examples of use: 
    εμπορεύματα, μηχάνημα
  • ενημερώνω (έγγραφο)

    Ορισμός: 

    καθιστώ ενήμερο

    Examples of use: 
    φάκελο, βάση δεδομένων, έγγραφο, πληροφορία
  • χρησιμοποιώ

    Ορισμός: 

    μεταχειρίζομαι (κάτι) για να πετύχω ορισμένο σκοπό

    Examples of use: 
    προϊόντα, ορολογία, εξοπλισμό, τεχνική, μέσο, εξαρτήματα
  • επικυρώνω / εγκρίνω / πιστοποιώ (έρευνα και ανάπτυξη)

    Ορισμός: 

    εξακριβώνω ή επιβεβαιώνω

    Examples of use: 
    διαδικασία, στοιχεία
  • καλωσορίζω

    Ορισμός: 

    υποδέχομαι (επισκέπτες, καλεσμένους κλπ.) εγκάρδια ή μετά χαράς

    Examples of use: 
    πελάτες, κοινό
  • εργάζομαι εντός ομάδας

    Ορισμός: 

    εργάζομαι από κοινού με ομάδα ατόμων προς ένα κοινό στόχο